προαγνεύω


προαγνεύω
ΝΜΑ
1. εξαγνίζω κάτι εκ τών προτέρων
2. (με ειδ. εκκλ. σημ.) εξαγνίζω με τη διαδικασία τής αποχής και τής νηστείας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ* + ἁγνεύω «είμαι αγνός, εξαγνίζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προαγνεύσαντα — προαγνεύω purify beforehand aor part act neut nom/voc/acc pl προαγνεύω purify beforehand aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προάγνευε — προαγνεύω purify beforehand pres imperat act 2nd sg προαγνεύω purify beforehand imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαγνεύειν — προαγνεύω purify beforehand pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προάγνευσις — εύσεως, ἡ, Α [προαγνεύω] αγνισμός που γίνεται πριν από την τέλεση τών μυστηρίων …   Dictionary of Greek

  • προαγνίζω — ΝΜΑ προαγνεύω …   Dictionary of Greek

  • προαγνεύσας — προαγνεύσᾱς , προαγνεύω purify beforehand aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.